Ναυάγιο βυζαντινής περιόδου
‘Αγιος Πέτρος (Κυρά Παναγιά)
Bόρεια της Αλοννήσου βρίσκεται το νησί Κυρά Παναγιά (παλαιότερα γνωστό και ως Πελαγονήσι). Στον όρμο του Άγιου Πέτρου που σχηματίζεται στη νότια πλευρά του νησιού ερευνήθηκε, το 1970, ένα μεγάλο βυζαντινό ναυάγιο που χρονολογείται στα μέσα του 12ου αιώνα μ.Χ. Το ναυάγιο του Αγ. Πέτρου κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ενάλιας αρχαιολογίας, καθώς αποτελεί την πρώτη συστηματική υποβρύχια ανασκαφή στην Ελλάδα.
Η έρευνα
Προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι το βυζαντινό ναυάγιο στον κόλπο του Άγιου Πέτρου εντοπίστηκε στις αρχές του 20ου αι. από σφουγγαράδες, όπως και το κλασσικό ναυάγιο της Φαγκρούς στην είσοδο του ίδιου όρμου. Κατά τη δεκαετία του 1960 απέκτησε έντονη δημοσιότητα, λόγω της υπόθεσης εκτεταμένης σύλησής του από ξένους αρχαιοκάπηλους, η οποία αποκαλύφθηκε με τις κατασχέσεις εξαίρετης ποιότητας βυζαντινών πινακίων του 12ου αιώνα μ.Χ.
Τα γεγονότα αυτά συνέβαλαν στην απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων να πραγματοποιήσει υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα. Η διεύθυνση της ανασκαφής ανατέθηκε στους αρχαιολόγους Κατερίνα Ρωμιοπούλου και Χαράλαμπο Κριτζά, με τεχνικό διευθυντή τον αμερικάνο Peter Throckmorton, ο οποίος είχε, ήδη, μεγάλη εμπειρία σε υποβρύχιες αρχαιολογικές έρευνες στην Τουρκία και την Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, το καλοκαίρι του 1970, το ναυάγιο αποτυπώθηκε φωτογραφικά με τη δημιουργία φωτομωσαϊκού, ανελκύστηκε το μεγαλύτερο μέρος των επιφανειακών κεραμικών ευρημάτων και πραγματοποιήθηκαν δύο δοκιμαστικές τομές, οι οποίες αποκάλυψαν διατηρημένα τμήματα της ξυλοκατασκευής του πλοίου, όπως νομείς και πέτσωμα.
Τμήμα της γραμμής περιμέτρου από πολυπροπυλένιο που τοποθετήθηκε τότε, για τις ανάγκες της έρευνας, παραμένει ακόμη και σήμερα στον βυθό.
Το πλοίο
Κατά την έρευνα του 1970 βρέθηκαν θαμμένα τμήματα του ξύλινου σκαριού του πλοίου αλλά δεν επιχειρήθηκε η πλήρης αποκάλυψη ή η ανέλκυσή τους. Από τις διαστάσεις των σωζόμενων τμημάτων, εκτιμάται ότι το πλοίο είχε διαστάσεις 25×8 μέτρα και εκτόπισμα 100 τόνων, τουλάχιστον.
Οι σανίδες του πετσώματος (του εξωτερικού κελύφους του πλοίου) ήταν κατασκευασμένες από πεύκο και στερεωμένες με σιδερένια καρφιά στα στραβόξυλα (νομείς) του σκελετού που ήταν από πιο σκληρό ξύλο, πιθανόν μουριά.
Τα κατασκευαστικά αυτά στοιχεία εγγράφουν το πλοίο του Αγ. Πέτρου στη ναυπηγική παράδοση της Ανατολικής Μεσογείου, η οποία ωστόσο έχει πλέον εγκαταλείψει την αρχαία τεχνική κατασκευής του σκαριού που ξεκινούσε από το κέλυφος («πρώτα το κέλυφος») και εφαρμόζει την τεχνική που γνωρίζουμε και από τα νεότερα χρόνια, κατασκευάζοντας πρώτα τον σκελετό του πλοίου («πρώτα ο σκελετός»).
Από αυτή την άποψη το ναυάγιο του Αγίου Πέτρου αποτελεί μια σημαντική μαρτυρία της βυζαντινής ναυπηγικής κατά τον 12ο αιώνα μ.Χ.
Το φορτίο
Τα περισσότερα ευρήματα εντοπίζονται σε βάθος -34 μέτρων, περίπου, αλλά η διασπορά τους στον επικλινή πυθμένα φθάνει ως τα -45 μέτρα. Το εμπορικό φορτίο περιλαμβάνει έξι μεγάλες μυλόπετρες από γρανίτη, εμπορικούς αμφορείς και εφυαλωμένα πινάκια με περίτεχνη εγχάρακτη διακόσμηση (sgraffito).
Οι εμπορικοί αμφορείς ανήκουν στον τύπο της 5ης ομάδας των Μαγαρικών/Gunsenin III, έναν από τους πιο διαδεδομένους τύπους της μέσης και ύστερης Βυζαντινής περιόδου, κατά τον 12ο-13ο αι. μ.Χ. Χρησιμοποιούνταν, κυρίως, για τη μεταφορά λαδιού και κρασιού.
Τα πάνω από 700 εφυαλωμένα πινάκια φέρουν περίτεχνη εγχάρακτη διακόσμηση (sgraffito), με γεωμετρικά σχέδια και παραστάσεις φυτών και ζώων, πραγματικών ή 27 φανταστικών. Η συγκεκριμένη κατηγορία κεραμικής με την χαρακτηριστική διακόσμηση ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής σε όλη την ανατολική Μεσόγειο κατά τον 12ο αι. μ.Χ.
Εκτός από το εμπορικό φορτίο, βρέθηκαν διάφορα αγγεία σε μικρές ποσότητες που, πιθανώς, ανήκουν σε σκεύη του πληρώματος: λυχνάρια, αμφορίσκοι, πρόχοι (κανάτες), πίθοι, γυάλινα φιαλίδια και ένας χάλκινος λέβητας που βρέθηκε σε κομμάτια.
Οι αμφορείς τύπου Günsenin III, γνωστοί και ως «μαγαρικοί 5ης ομάδας» στην βιβλιογραφία, αποτελούν έναν από τους πιο διαδεδομένους τύπους εμπορικών αμφορέων της Μέσης και Ύστερης Βυζαντινής περιόδου, κατά τον 12ο-13ο αι. μ.Χ.
Οι αμφορείς Günsenin III παρουσιάζουν μικρές παραλλαγές ως προς το σχήμα, αλλά διατηρούν κοινά μορφολογικά χαρακτηριστικά, όπως επίμηκες σώμα, στενό λαιμό και δύο κάθετες λαβές που εξέχουν άνω από το στόμιο του αμφορέα. Φορτία του τύπου αυτού συνήθως εμφανίζονται ομοιογενή, χωρίς την παρουσία άλλων τύπων αμφορέων στο ίδιο πλοίο, γεγονός που υποδηλώνει την οργανωμένη διακίνηση συγκεκριμένων προϊόντων (λάδι ή κρασί). Η ευρεία κατανομή του σε ναυάγια και ακτές του Αιγαίου καταδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο τους στο εμπόριο της εποχής. Στο ναυάγιο του Αγίου Πέτρου αποτελούσαν μέρος του εμπορικού φορτίου.
Εφυάλωση (<επί- υάλωση) ονομάζεται η τεχνική επεξεργασία της κεραμικής επιφάνειας, ώστε να αποκτήσει όψη και υφή γυαλιού. Αυτό επιτυγχάνεται με την εμβάπτιση του κεραμικού σε ειδικό υγρό-υάλωμα, και το δεύτερο ψήσιμο στον κλίβανο, οπότε το υάλωμα σταθεροποιείται. Η εφυάλωση στεγανοποιεί το πορώδες υλικό του κεραμικού, καθιστώντας το μη διαπερατό (αδιάβροχο), αλλά επίσης αναδεικνύει τη διακόσμηση του αγγείου, ιδιαίτερα όταν το αγγείο έχει πρώτα επενδυθεί με ανοιχτόχρωμο επίχρισμα.
Η τεχνική της εφυάλωσης ήταν γνωστή από την αρχαιότητα, ωστόσο στη βυζαντινή κεραμική γνώρισε μεγάλη διάδοση. Τα εφυαλωμένα αγγεία επανεμφανίζονται τον 7ο αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη. Στον υπόλοιπο βυζαντινό κόσμο κέντρα παραγωγής εφυαλωμένων δημιουργούνται από τον 9ο αιώνα, αλλά μεγάλη διάδοση παρατηρείται από τα τέλη του 11ου αιώνα.
Η εφυάλωση εφαρμόζεται κυρίως στα επιτραπέζια αγγεία και συνδυάζεται με διάφορες τεχνικές διακόσμησης. Κυρίαρχη, όμως, και πιο χαρακτηριστική της βυζαντινής κεραμικής, είναι η εγχάρακτη διακόσμηση. Εξαιρετικό δείγμα της ποιότητας και της διάδοσης των εφυαλωμένων επιτραπέζιων αγγείων με αυτή τη διακόσμηση, κατά τον 12ο αιώνα, παρέχει το φορτίο του ναυαγίου του Αγίου Πέτρου.
Μια μεγάλη κατηγορία από τα εφυαλωμένα πινάκια του ναυαγίου κοσμείται με παραστάσεις ζώων πραγματικών ή φανταστικών. Η θεματολογία περιλαμβάνει ιχθείς, πτηνά, αιλουροειδή και γρύπες, συχνά σε σκηνές κυνηγιού που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του πινακίου. Αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της βυζαντινής κεραμικής και της καλλιτεχνικής δημιουργίας της εποχής. Η ευρεία διάδοση της κατηγορίας σε περιοχές όπως η Σπάρτη, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Κωνσταντινούπολη και η Κριμαία καταδεικνύει τη δημοφιλία των αγγείων αυτών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τα πινάκια με γεωμετρικά σχέδια αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα στο ναυάγιο. Το κέντρο του αγγείου καταλαμβάνει ένα μετάλλιο που κοσμείται με έλικα, ρόδακα ή σχέδιο που θυμίζει πλεκτό ύφασμα. Περιμετρικά αναπτύσσονται ταινίες με συνεχόμενα μοτίβα: σπείρες, ελικοειδείς γραμμές ή απλές διαγραμμίσεις. Παρά την απλότητα των σχεδίων σε σύγκριση με τα πινάκια με ζώα, η λεπτομερής γεωμετρική διακόσμηση υπογραμμίζει την τεχνογνωσία των κεραμέων και την αισθητική προτίμηση της εποχής.

Βιβλιογραφία & πρόσθετες πληροφορίες
- Κριτζάς, Χ. (1971). Το Βυζαντινόν Ναυάγιον Πελαγοννήσου – Αλοννήσου, Athens Annals of Archaeology ΙV. 2, 176-182.
- Κριτζάς, Χ. & Throckmorton, P. (1991). An Odysseus of the Deep, Enalia, Suppl. 2, ΙΕΝΑΕ.
- Μαυρίκης, Κ. (1997). Άνω Μαγνήτων Νήσοι, 311-317.
- Μπακιρτζής, X. (2003). Βυζαντινά Τσουκαλολάγηνα, Αθήνα.
- Ντίνα, A. (1999). Το Βυζαντινό ναυάγιο Πελαγοννήσου Αλοννήσου, 122-142 στο Δ. Παπανικόλα-Μπακιρτζή (επιμ.), Βυζαντινά Εφυαλωμένα Κεραμικά, Αθήνα 1999.
- Ταγωνίδου, Αικ. (2018). Τα ναυάγια του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Αλοννήσου Βορείων Σποράδων, στο Α. Σίμωσι (επιμ.), Βουτιά στα περασμένα η Υποβρύχια Αρχαιολογική Έρευνα, 1976 – 2014, Αθήνα: ΤΑΠΑ, 159-161.
- Ioannidaki-Dostoglou, E. (1989). “Les vases de l’épave byzantine de Pélagonèse Halonnèse,” in Déroche & Spieser 1989, pp. 157–171.
- Koutsouflakis, G. (2020). “The transportation of amphorae, tableware, and foodstuffs in the Middle and Late Byzantine period: The evidence from Aegean shipwrecks,” in S.Y. Waksman (ed.), Multidisciplinary Approaches to Food and Foodways in the Medieval Eastern Mediterranean, Archéologie(s) 4, Lyon, pp. 447–481.
- Papanikola-Bakirtzi, D. (1999). Byzantine Glazed Ceramics: The Art of Sgraffito, Athens.
- Parker, A.J. (1992). Ancient Shipwrecks of the Mediterranean and the Roman Provinces, BAR International Series 580, Oxford.
- Throckmorton, P. (1971). “Exploration of a Byzantine wreck at Pelagos Island near Alonissos,” Athens Annals of Archaeology 4 (1971), pp. 183–185.





































