Ναυάγιο κλασικής περιόδου
Φαγκρού
Η βραχονησίδα Φαγκρού βρίσκεται στην είσοδο του όρμου του Αγ. Πέτρου, στη νήσο Κυρά Παναγιά των Β. Σποράδων. Κοντά στην ανατολική, βραχώδη ακτή της βραχονησίδας, η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων έφερε στο φως, το 1994, ένα σπουδαίο εύρημα: το ναυάγιο ενός αρχαίου εμπορικού πλοίου του 5ου αι π.Χ., ενδεχομένως, το αρχαιότερο από τα ναυάγια κλασσικών χρόνων (5ος- 4ος αι. π.Χ.) που έχουν εντοπιστεί στον ελλαδικό χώρο.
Η έρευνα
Το ναυάγιο εντοπίστηκε τον Μάιο του 1994, κατά τη διάρκεια ερευνητικού προγράμματος της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων στα νησιά των Βορείων Σποράδων, ύστερα από υπόδειξη του Αλοννησιώτη Δ. Μαυρίκη.
Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ακολούθησε προκαταρκτική έρευνα, κατά την οποία το ναυάγιο αποτυπώθηκε με τη μέθοδο της φωτογραμμετρίας. Την επόμενη διετία (1995-1996), οργανώθηκε ανασκαφική έρευνα από τον τότε προϊστάμενο της Υπηρεσίας, Δημήτρη Καζιάνη, με επικεφαλής τον αρχαιολόγο Δημήτρη Χανιώτη. Αρχικά, τοποθετήθηκε μεταλλικός κάνναβος πάνω από το ναυάγιο και στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν δύο ανασκαφικές τομές. Οι τομές, εκτός από τους εμπορικούς αμφορείς, απέδωσαν επιτραπέζια αγγεία, μια χάλκινη αρύταινα (κουτάλα) και δύο μολύβδινα στελέχη από στύπο άγκυρας. Σημαντικότερη, όμως, θεωρείται η ανακάλυψη ενός τμήματος από το ξύλινο σκαρί του πλοίου που, αν και μικρό, ενισχύει την πιθανότητα να διατηρούνται, ακόμα περισσότερα τμήματα κάτω από το φορτίο.
Ο μεταλλικός κάνναβος των υποβρύχιων ανασκαφικών τομών έχει πλέον αφαιρεθεί, ωστόσο, ίχνη εκείνης της έρευνας παραμένουν ορατά ακόμα και σήμερα στον βυθό.
Το πλοίο
Από τα ευρήματα της ανασκαφής, μόνο λίγα καρφιά και ένα ξύλινο τεμάχιο, διαστάσεων 70×17 εκατοστών, μπορούν να αποδοθούν στο σκαρί του πλοίου. Ωστόσο, από το μέγεθος και το είδος του φορτίου που μετέφερε, συμπεραίνεται ότι πρόκειται για ένα μεγάλο εμπορικό σκάφος που χρησιμοποιήθηκε στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. Ενδεικτικά, το φορτίο καλύπτει μια περιοχή βυθού περίπου 80 τετρ. μέτρων, με μέγιστο μήκος 15 μέτρα και μέγιστο πλάτος 11 μέτρα.
Δύο μολύβδινα στελέχη βάρους 34 και 37,5 κιλών, αντίστοιχα, προέρχονται από την ξύλινη άγκυρα του πλοίου που αποδίδεται στον τύπο Haldane II.

Στις αρχαίες πηγές τα ιστιοφόρα φορτηγά πλοία αναφέρονται, γενικά, ως στρογγυλά πλοία, σε αντιδιαστολή με τις μακραί νήες, δηλαδή, τα πολεμικά πλοία. Ένα τέτοιο πλοίο ήταν και η ολκάς που είχε τη δυνατότητα μεταφοράς μεγάλου όγκου φορτίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις προσδιορίζεται ως σιταγωγός, οιναγωγός ή λιθηγός, ενδεικτικό του φορτίου που μετέφεραν (σιτάρι, οίνο ή λίθους, αντίστοιχα).
Το φορτίο
Το φορτίο του ναυαγίου στη Φαγκρού εντοπίζεται σε βάθος -28 έως -36 μέτρα, στο σημείο που η κατωφέρεια του πυθμένα καταλήγει στον ομαλό αμμώδη βυθό. Παρά την έντονη κλίση, το φορτίο έχει διατηρήσει, σε μεγάλο βαθμό τη συνοχή του, ενώ χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια, καθώς αποτελείται αποκλειστικά από εμπορικούς αμφορείς της Μένδης, αρχαίας πόλης της Χαλκιδικής. Η Μένδη ήταν γνωστή κατά την αρχαιότητα για την εξαιρετικής ποιότητας παραγωγή κρασιού. Μένδιοι αμφορείς έχουν εντοπισθεί σε πολλές περιοχές του Αιγαίου και του Εύξεινου Πόντου, αλλά και σε αρκετά αρχαία ναυάγια, όπως αυτά στην Περιστέρα και τα Σκάντζουρα. Ο συγκεκριμένος τύπος αμφορέα που μετέφερε το πλοίο της Φαγκρούς αποτελεί μια προγενέστερη εκδοχή και χρονολογείται στα μέσα του 5ου αι. π.Χ.
Κάτω από τους εμπορικούς αμφορείς βρέθηκαν κεραμικά αγγεία (κύαθοι, σκύφος, οινοχόη, όλπη, λεκανίδα και λυχνάρια) και μια χάλκινη αρύταινα (κουτάλα) που, πιθανόν, ανήκουν στα σκεύη του πληρώματος και χρονολογούνται ανάμεσα στο 480 και το 425 π.Χ.
Η Μένδη, αποικία της Ερέτριας στις δυτικές ακτές της Χαλκιδικής, ήταν φημισμένη στην αρχαιότητα για την παραγωγή του εξαιρετικής ποιότητας κρασιού της, το οποίο αναφέρεται και σε αρχαίες πηγές, όπως στον Αθήναιο και τον Δημοσθένη. Ο οίνος της Μένδης εξαγόταν σε όλο το Αιγαίο και τη Μεσόγειο, συμβάλλοντας καθοριστικά στην οικονομική ευημερία της πόλης.
Οι οξυπύθμενοι αμφορείς τύπου «Μένδης» αποτελούν έναν από τους πιο διαδεδομένους εμπορικούς αμφορείς του 5ου αι. π.Χ. Χαρακτηρίζονται από το ευρύ, καμπύλο σώμα που καταλήγει σε οξεία βάση, τον κυλινδρικό λαιμό, και τις κάθετες λαβές. Τα στοιχεία, αυτά, εξυπηρετούσαν τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων υγρών προϊόντων και παράλληλα την εύκολη και ασφαλή φόρτωση στα αμπάρια των πλοίων. Ο συγκεκριμένος τύπος μένδιου αμφορέα του ναυαγίου χρονολογείται στα μέσα του 5ου αι.π.Χ. και έχει ύψος 0,54 μέτρα και μέγιστη διάμετρο 0,38 μέτρα.
Πήλινα αγγεία πόσεως, με μία οριζόντια λαβή (μόνωτα) και δακτυλιόσχημη βάση. Ολόκληρη η επιφάνεια τους ήταν διακοσμημένη, με γυαλιστερή, μαύρη (μελανή) βαφή που έχει απολεπισθεί. Ανήκουν στα τυπικά σκεύη καθημερινής χρήσης της κλασικής περιόδου (5ος αι. π.Χ.), ενώ στο πλοίο χρησιμοποιούνταν, πιθανώς, από το πλήρωμα. Ύψος: 5 εκ., διάμετρος στομίου 12 εκ.
Όπως μαρτυρεί και το όνομά του (οίνος+χέω), το αγγείο χρησίμευε για το σερβίρισμα κρασιού (οίνου). Ο συγκεκριμένος τύπος έχει υπερυψωμένη λαβή και ημισφαιρικό σώμα που στηρίζεται σε δακτυλιόσχημη βάση. Έφερε διακόσμηση από μελανές ταινίες στο σώμα και το χείλος. Ύψος: 17 εκ., μέγιστη διάμετρος: 25 εκ.
Πήλινο αγγείο για τη μετάγγιση υγρών, κυρίως νερού και κρασιού. Πιθανή η χρήση του και για τη μέτρηση συγκεκριμένης ποσότητας (μεζούρα). Έχει επίμηκες, ωοειδές σώμα με δισκοειδή βάση, ταινιωτή λαβή και έντονα εξωστρεφές χείλος. Το ύψος είναι 13,6 εκ. Η επιφάνειά του φέρει ίχνη μελανής βαφής. Παρόμοια αγγεία εντοπίζονται σε ναυάγια εμπορικών πλοίων του 5ου αι. π.Χ., υποδηλώνοντας τη χρήση τους σε καθημερινές δραστηριότητες του πληρώματος.

Βιβλιογραφία & πρόσθετες πληροφορίες
- Καζιάνης, Δ. (1999). Το έργο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, ΑΔ 49 (1994), Χρονικά Β΄2, Αθήνα: ΤΑΠΑ, 854.
- Καζιάνης, Δ. (2001). Το έργο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, ΑΔ 51 (1996), Χρονικά Β΄2, Αθήνα: ΤΑΠΑ, 724-725.
- Μαυρίκης, Κ. (1997). Άνω Μαγνήτων Νήσοι, 287- 293.
- Ταγωνίδου, Αικ. (2018). Τα ναυάγια του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Αλοννήσου Βορείων Σποράδων, στο Α. Σίμωσι (επιμ.), Βουτιά στα περασμένα η Υποβρύχια Αρχαιολογική Έρευνα, 1976 – 2014, Αθήνα: ΤΑΠΑ, 162.
- Χανιώτης , Δ. (1999). Βόρειες Σποράδες. Νήσος Φαγκρού ή Πελερίσσα (ναυάγιο του 5ου αι. π.Χ.), ΑΔ 49 (1994), Χρονικά Β΄2, Αθήνα: ΤΑΠΑ, 864













